
Η αλήθεια είναι πως μια βραδιά στο Λυκαβηττό την χρειαζόμασταν για φέτος. Μετά τον ανυπόφορο καύσωνα η αφορμή να ανέβουμε στο λόφο ήταν το λιγότερο ανακουφιστική. Ο λόγος ήταν η πολυαναμενόμενη πρώτη εμφάνιση των Godsmack στην Ελλάδα.
Τη βραδιά άνοιξαν οι SixforNine, αποδεικνύοντας από τα πρώτα λεπτά γιατί θεωρούνται μία από τις πιο αξιόλογες σύγχρονες ελληνικές μπάντες. Ο Φώτης απέδειξε πως δεν είναι μόνο ένας εξαιρετικός ντράμερ, με πολλά χρόνια στους Septic Flesh και τα τελευταία στους Nightfall, αλλά και ένας ιδιαίτερα χαρισματικός frontman, με δυνατή σκηνική παρουσία και εξαιρετικές φωνητικές επιδόσεις. Το συγκρότημα επέλεξε να κινηθεί αποκλειστικά μέσα από τα δύο άλμπουμ του, χωρίς να παρουσιάσει κάποιο νέο κομμάτι, ποντάροντας στο ήδη δοκιμασμένο υλικό του. Ο George Kapa (κιθαρίστας) εντυπωσίασε με την τεχνική του κατάρτιση αλλά και την αστείρευτη ενέργειά του, ενώ το στιβαρό rhythm section με μπάσο και τύμπανα γέμισε τον Λυκαβηττό με βαρύ ήχο και έκανε το headbanging αναπόφευκτο. Το κλείσιμο με το “Counting Stars” ήταν η κορυφαία στιγμή του set τους, με μεγάλο μέρος του κοινού να τραγουδά μαζί του τους στίχους, δημιουργώντας μια πολύ όμορφη ατμόσφαιρα. Μια ιδανική προθέρμανση που έβαλε από νωρίς τον κόσμο στο κλίμα για όσα θα ακολουθούσαν.

Η πρώτη εμφάνιση των Godsmack στην Ελλάδα ήταν από εκείνες τις συναυλίες που περίμενε το ελληνικό κοινό εδώ και 31 χρόνια. Το κοινό υποδέχθηκε με ενθουσιασμό τον Sully Erna και την παρέα του, οι οποίοι φρόντισαν να ανταμείψουν την υπομονή των φίλων τους με ένα set γεμάτο επιτυχίες, δυνατές ερμηνείες και αρκετές συναισθηματικές στιγμές. Από τις πρώτες κιόλας νότες έγινε φανερό πως η μπάντα είχε έρθει αποφασισμένη να δώσει ένα ξεχωριστό show για τους οπαδούς που τους αποθέωσαν απ’ το ξεκίνημα με το “When Legends Rise”, ένα από τα πιο δυνατά κομμάτια τους που δεν διάλεξαν τυχαία για να κάνουν την αρχή. Ο Sully Erna απέδειξε για ακόμη μία φορά γιατί θεωρείται ένας από τους πιο χαρισματικούς frontmen της γενιάς του, συνδυάζοντας δυναμική σκηνική παρουσία με εξαιρετικές φωνητικές επιδόσεις, ενώ η μπάντα ακουγόταν δεμένη και απολαυστικά ογκώδης. Ανάμεσα στις κορυφαίες στιγμές της βραδιάς ξεχώρισε φυσικά το “Straight Out of Line”, το οποίο ξεσήκωσε το θέατρο με το εθιστικό ρεφρέν του. Το κοινό τραγουδούσε σχεδόν κάθε στίχο, δημιουργώντας μία από τις πιο εκρηκτικές ατμόσφαιρες της συναυλίας και αποδεικνύοντας πόσο αγαπημένο παραμένει το κομμάτι. Μέχρι να αφήσει στην άκρη την κιθάρα ο Sully είχαν ήδη δώσει αρκετή ενέργεια και πολύ αγαπημένα κομμάτια. Εκεί ήρθε το “Speak” αλλά και το μαγικό “Voodoo”, ένα μοναδικό τραγούδι που φαντάζομαι να ακούγεται στα ηχεία κάθε χαρλεά που διασχίζει τους αυτοκινητόδρομους της Αμερικής.

Όπως συμβαίνει σχεδόν σε κάθε εμφάνιση των Godsmack, έτσι και αυτή τη φορά δεν θα μπορούσε να λείπει το περίφημο διπλό drum battle. Ο Sully Erna άφησε για λίγο τη θέση του πίσω από το μικρόφωνο, κάθισε απέναντι από τον πρώην Dream Theatre Mike Mangini και οι δύο τους παρέδωσαν ένα εντυπωσιακό σόου συγχρονισμού, δύναμης και τεχνικής στα κρουστά. Το εξίσου ιδιαίτερο ήταν ότι οι βάσεις των ντραμς στριφογύριζαν δίνοντας μας διαφορετικές οπτικές των μουσικών. Παράλληλα, μπάσο και κιθάρα κράτησαν τον παλμό με βαριά riffs, γεμίζοντας τον χώρο και προσφέροντας τη βάση πάνω στην οποία χτίστηκε αυτό ο εντυπωσιακός μουσικός διάλογος. Ήταν μία από εκείνες τις στιγμές που υπενθύμισαν πως οι Godsmack δεν βασίζονται μόνο στα γνωστά τους τραγούδια, αλλά και στην ικανότητά τους να προσφέρουν πραγματικό θέαμα επί σκηνής. Έκλεισαν τη “μάχη των τυμπάνων” περνώντας μια βόλτα απ’ τα “Back in Black”, “Walk this Way”, “Enter Sandman” και μερικών ακόμα ανάμεσα σε κραυγές και χειροκροτήματα των οπαδών. Αμέσως μετά η ατμόσφαιρα άλλαξε εντελώς. Ο Sully κάθισε στο πιάνο και πριν ξεκινήσει το “Under Your Scars”, μίλησε στο κοινό για το Scars Foundation, τον οργανισμό που ίδρυσε με στόχο να προσφέρει στήριξη σε ανθρώπους που αντιμετωπίζουν προβλήματα ψυχικής υγείας, όπως κατάθλιψη, άγχος, τραύματα, εξαρτήσεις και αυτοκτονικό ιδεασμό. Η βασική φιλοσοφία του ιδρύματος είναι πως όλοι κουβαλάμε τις δικές μας “ουλές” και δεν πρέπει να φοβόμαστε να μιλήσουμε γι’ αυτές, αλλά να τις μετατρέπουμε σε δύναμη. Έτσι μας κάλεσε να βοηθήσουμε όποιον συνάνθρωπο μας έχει ανάγκη και να τον παραπέμψουμε στην ιστοσελίδα του οργανισμού. Η σύντομη αυτή ομιλία έδωσε ακόμη μεγαλύτερο βάρος στο τραγούδι, συγκινώντας μας μέσα από κάθε στίχο που τραγουδήσαμε. Στο επόμενο τραγούδι οι Godsmack παρουσίασαν τη διασκευή τους στο κλασικό “Come Together” των Beatles. Αναμφίβολα ήταν μία ποιοτική εκτέλεση και το κοινό ανταποκρίθηκε θετικά, ωστόσο δύσκολα μπορούσε να αποφύγει κανείς τη σκέψη ότι, σε μία πρώτη ιστορική εμφάνιση στην Ελλάδα, ο χρόνος αυτός ίσως θα μπορούσε να είχε αφιερωθεί σε ακόμη ένα δικό τους τραγούδι. Με τόσο πλούσιο κατάλογο επιτυχιών, υπήρχαν αρκετές επιλογές που πιθανότατα θα ενθουσίαζαν ακόμη περισσότερο τους παρευρισκόμενους.

Η ένταση ανέβηκε ξανά κατακόρυφα προς το φινάλε, όταν ήρθε η σειρά του “Bulletproof” και του “I Stand Alone”. Εκεί πραγματικά επικράτησε πανικός με το pit να ανοίγει για πρώτη και τελευταία φορά ανάμεσα σε πορωμένους οπαδούς και όποιους τυχαίους βρέθηκαν ανάμεσα τους. Ολόκληρο το θέατρο τραγουδούσε κάθε λέξη, οι γροθιές υψώθηκαν στον αέρα και η ενέργεια που επέστρεφε από το κοινό προς τη σκηνή ήταν συγκλονιστική. Ήταν το ιδανικό κλείσιμο για μία συναυλία που οι Έλληνες φίλοι των Godsmack περίμεναν για χρόνια. Το setlist ισορρόπησε έξυπνα ανάμεσα στις μεγαλύτερες επιτυχίες της μπάντας, δίνοντας χώρο τόσο στα πιο επιθετικά όσο και στα πιο μελωδικά κομμάτια, χωρίς να αφήνει ουσιαστικά κενά στη ροή της βραδιάς. Ωστόσο λίγο το drum battle, λίγο η μεγάλη εισαγωγή με το πιάνο, λίγο η διασκευή, έκαναν μια μικρή κοιλιά που θα μπορούσαμε να είχαμε ακούσει τουλάχιστον δύο ακόμα κομμάτια δικά τους.

Ωστόσο όλοι φύγαμε με τεράστια χαμόγελα που σημαίνει πως αν αυτή ήταν η πρώτη τους επίσκεψη στην Ελλάδα, τότε δύσκολα θα είναι και η τελευταία. Η ανταπόκριση του κόσμου ήταν εντυπωσιακή και η ίδια η μπάντα έδειξε να απολαμβάνει κάθε λεπτό πάνω στη σκηνή του Λυκαβηττού. Μία βραδιά που άργησε πολύ να έρθει, αλλά τελικά άξιζε απόλυτα την αναμονή.
Κείμενο: Νίκος Δρακόπουλος
Φωτογραφίες: Γιάννης Δόλας










































