
Αιτία και αφορμή για μια εξόρμηση στο Όσλο ήταν η εντός έδρας συναυλία των Gluecifer στα τέλη Φεβρουαρίου. Γιατί άλλο να βλέπεις μια μπάντα να παίζει κάπου και άλλο μπροστά στο δικό της κοινό. Στην πορεία προστέθηκε και μια συνέντευξη με τον Captain Poon, κιθαρίστα και έναν εκ των ιδρυτών της μπάντας, η τρίτη κατά σειρά που έχουμε κάνει σαν Rockpages.gr. Στις προηγούμενες δυο οι καταστάσεις ήταν εντελώς διαφορετικές. Την πρώτη, το μακρινό 2005, το συγκρότημα βρισκόταν στα πρόθυρα της διάλυσης, αλλά αυτό δεν το ήξερε κανείς τότε, περιόδευε με τους Monster Magnet και τους Quill στην Ευρώπη και η ένταση κοβόταν με το μαχαίρι που λέμε. Η δεύτερη ήταν σε μια ταράτσα ξενοδοχείου στην Αθήνα, το 2017, όταν ο «κάπτεν» έπαιζε στη μπάντα του Marky Ramone, με το ερώτημα για το υπάρχει περίπτωση να γίνει reunion των Gluecifer να προκαλεί γελάκι, αμηχανία και την απάντηση «δεν θα το έβαζα στοίχημα». Και να όμως που μερικά χρόνια μετά έγινε το reunion, η μπάντα έπαιξε συναυλίες και αποφάσισε να ξαναμπεί στο στούντιο μετά από 20 και βάλε χρόνια για να γράψει νέο δίσκο… που ήταν και καλός! Για να δούμε λοιπόν πως πήγε αυτή η τρίτη κουβέντα σε πολύ διαφορετικό κλίμα με τον καπετάνιο χαλαρό στον καναπέ και μπύρα στο χέρι… Συνέντευξη Γιάννης Δόλας
Είναι πάντα λίγο διαφορετικά, το να παίζεις στην χώρα σου, πόσο μάλλον αν μιλάμε και για την πόλη σου το Όσλο. Η αλήθεια είναι ότι οι Gluecifer είχαν παραμελήσει κάπως τη Νορβηγία και έπαιζαν στο εξωτερικό, όμως αυτή η πορεία οδήγησε τελικά στο να γίνει μεγάλο το όνομά του και στην χώρα του, επιτυχημένο εμπορικά, «από το να είμαστε άγνωστοι βρεθήκαμε ξαφνικά στην κορυφή των charts», λέει χαρακτηριστικά και με sold out εμφανίσεις σε μεγαλύτερους χώρους από το Sentrum Scene, που μας φιλοξενεί απόψε, που η μπάντα θα παίξει το δεύτερο show της.
Το θέμα όμως για τους Νορβηγούς μετά τις πρώτες εμφανίσεις της επανασύνδεσης δεν ήταν απλά να παίζουν ξανά και ξανά τα παλιά τους τραγούδια, αλλά το να γράψουν ένα νέο δίσκο. Φυσικά, στην αρχή δεν ήθελαν ούτε να ακούσουν για κάτι τέτοιο, αλλά τελικά το αποφάσισαν. Πως μπαίνει όμως μετά από 22 χρόνια ξανά σε ένα στούντιο για να γράψεις ένα νέο άλμπουμ; Τι ύφος θα έχει το νέο υλικό; Πως έχει αλλάξει το κάθε μέλος, συγκριτικά με το παρελθόν; Να σημειώσουμε ότι στην μπάντα είχε προσχωρήσει ο μπασίστας Peter Larsson από το 2018.

Από τη μια ο «καπετάνιος» είχε μια μπάντα, τους Bloodlights, με την οποία κυκλοφόρησε κάποια άλμπουμ (ΣΣ τρία αν δεν κάνω λάθος), έπαιξε συναυλίες, έκανε κάποιες συνεργασίες, όπως με τον Marky Ramone, που αναφέραμε παραπάνω, ενώ ο τραγουδιστής Biff Malibu επέστρεψε στην κανονική του δουλειά που είναι –κρατηθείτε-, πολιτικός αναλυτής στο ραδιόφωνο και την τηλεόραση της Νορβηγίας!
Μετά από 22 χρόνια πολλά έχουν αλλάξει. Ο τρόπος που ακούς και παίζεις μουσική. Η αισθητική σου, η ωριμότητα ή απουσία αυτής. Η αποτίμηση του παρελθόντος, όταν το συγκρότημα είχε γνωρίσει τη δική του ακμή και πάνω από όλα ο φόβος για το αποτέλεσμα… Πως θα λειτουργήσουν όλα αυτά; Το καλό είναι ότι με το reunion που είχε προηγηθεί και τις συναυλίες το κλίμα ήταν καλό και η χημεία είχε επιστρέψει.
«Όταν μπαίνεις σε μια τέτοια διαδικασία τόσα χρόνια μετά από όταν το έκανες, όλοι είναι λίγο πιο ευγενικοί μεταξύ τους. Δεν θέλουν να ενοχλήσουν τους άλλους. Μπορεί να είναι λίγο πιο προσεκτικοί για το πώς συμπεριφέρονται μεταξύ τους και στον τρόπο που μιλάνε μεταξύ τους… Αλλά, από την άλλη, ήμασταν πολύ αυστηροί με τους εαυτούς μας. Σίγουρα, δεν είμαστε μια μπάντα που θα χτυπήσουμε ο ένας τον άλλο στην πλάτη και θα λέμε ότι όλα είναι καλά, εκτός κι αν είναι».
Κάτι υπήρχε… «Εγώ σίγουρα είχα αρκετά τραγούδια τριγύρω, δεν θα έλεγα ότι περίμενα την ευκαιρία να τα δώσω στους Gluecifer» λέει ο Captain… «πριν μπούμε στο στούντιο κάναμε αρκετά sessions, εγώ ο Biff και ο Raldo (ΣΣ Raldo Useless, ο έτερος κιθαρίστας), εγώ και ο Biff, ο Biff και ο Raldo… Αυτός είναι ο τρόπος που γράφουμε τα τραγούδια μας. Οπότε, μπήκαμε στο στούντιο 5 ή 6 φορές, γιατί μας πήρε λίγο χρόνο μέχρι να βρούμε το δρόμο μας, το πεπρωμένο… πώς θα ήταν το επόμενο κεφάλαιο για τους Gluecifer;

Η αρχή ήταν δύσκολη… «Έπρεπε να πετάξουμε πολλές ιδέες, που μπορεί να ήταν καλές αλλά δεν δούλευαν και τόσο καλά για μας. Οπότε, εγώ προσωπικά δεν αισθανόμουν ότι έχουμε έναν δίσκο μέχρι και το τελευταίο session στο studio. Τότε, νομίζω ότι ηχογραφήσαμε έξι τραγούδια και τα πέντε μπήκαν στο άλμπουμ. Οπότε, σίγουρα αυτό ήταν το πιο παραγωγικό session που είχαμε».
Και το ύφος του άλμπουμ πως θα έπρεπε να είναι; Αντιγράφεις τα πιο πρόσφατο “Automatic Thril” του 2005 ή πας σε κάποιο μοντέρνο; Το ζήτημα είναι αν μπορείς να τα κάνεις και αυτά τα δυο…
«Προτού ξεκινήσουμε να γράφουμε και να ηχογραφούμε υπήρχαν όλες αυτές οι σκέψεις… «Πρέπει να κάνουμε ένα άλμπουμ που να ακούγεται έτσι. Ένα άλμπουμ που τα τραγούδια να ακούγονται έτσι». Αλλά, το cool πράγμα με τους Gluecifer είναι ότι έχουμε τον ήχο μας. Είναι ο ήχος των Gluecifer και είναι τόσο… έμπνευση… και τόσο διασκεδαστικό όταν πατάς το σωστό κουμπί… Και λες «ΟΚ, αυτό το τραγούδι είναι Gluecifer. Αυτό το τραγούδι!» Και το ακούς αμέσως. Για μας είναι πανεύκολο. Και μετά είναι πιο εύκολο να ξεκαθαρίσεις ποια τραγούδια πρέπει να διαλέξεις, γιατί θέλουμε να ακουγόμαστε ο εαυτός μας όπως είμαστε τώρα. Νομίζουμε ότι η μπάντα τώρα ακούγεται ακόμα καλύτερη από ό,τι στο παρελθόν. Για παράδειγμα, έχουμε έναν φοβερό μπασίστα (ΣΣ Peter Larsson) τώρα που έχει προσθέσει πολλά καλά στοιχεία στα τραγούδια μας και θέλαμε να ανακαλύψουμε το πώς ακουγόμαστε σήμερα… Κι αυτή ήταν η βασική πρόθεση για να κάνουμε αυτό το άλμπουμ. Πολύ σύντομα ανακαλύψαμε ότι ήταν όσο καλό όσο ελπίζαμε… Με είχαν ρωτήσει τόσες πολλές φορές αν οι Gluecifer θα κάνουν reunion… και έλεγα: «όχι, αυτό δεν πρόκειται να γίνει ποτέ, ποτέ δεν θα γίνει». Και ξαφνικά έγινε. Και μετά ο κόσμος άρχισε να μας ρωτάει αν θα βγάλουμε καινούρια μουσική. «Όχι, όχι, όχι! Αυτό δεν θα γίνει ποτέ!» Και έγινε κι αυτό».

Μεγάλο ρόλο στον ήχο της μπάντας παίζει ο ντράμερ, Danny Young. Παρατήρησα το πολύ δυναμικό παίξιμό του που οδηγούσε τους Gluecifer την προηγούμενη βραδιά σε υψηλές ταχύτητες και είπα στον «καπετάνιο» ότι είναι το μυστικό τους όπλο. «Ο Danny θα πρέπει να παίρνει μεγάλο credit για το ότι οι Gluecifer είναι ένα συγκρότημα που έχει έναν συγκεκριμένο ήχο. Έτσι όπως παίζει τύμπανα και ο τρόπος με τον οποίο συνδέεται με τα τραγούδια που γράφουμε, αποτελεί τεράστιο μέρος του ήχου μας. Αν είχαμε έναν διαφορετικό ντράμερ αντί για εκείνον, τότε θα είχαμε χάσει τη μαγεία του ήχου των Gluecifer. Οπότε, θα πρέπει να τον κρατήσουμε…»
Μετά το reunion και την επιστροφή της μπάντας στο σανίδι και την κυκλοφορία του νέου άλμπουμ στις αρχές της χρονιάς θα έλεγε κάποιος ότι είναι μια καλή ευκαιρία για την κυκλοφορία ενός live άλμπουμ. Άλλωστε, πέρα από το DVD “Royally Stuffed” του 2004 και το “Farewell To The Kings Of Rock”, το οποίο κινηματογραφήθηκε σε αυτόν τον χώρο που γίνεται η συνέντευξη, το Sentrum Scene, στις 14 Οκτωβρίου δεν υπάρχει κάποια επίσημη ζωντανά ηχογραφημένη κυκλοφορία. «Μπορεί να ακουστεί σαν κλισέ, αλλά είμαστε μια live μπάντα. Γράφουμε τραγούδια τα οποία μπορούν εύκολα να μεταφερθούν σε ένα live σκηνικό. Και φυσικά, δεν έχουμε κυκλοφορήσει ποτέ… official ζωντανές ηχογραφήσεις. Σίγουρα το έχουμε μέσα μας και είναι ίσως η κατάλληλη στιγμή να το κάνουμε, να κυκλοφορήσουμε ένα live άλμπουμ. Έχουμε πολλά καινούρια τραγούδια αλλά και πολλά παλιά τραγούδια που δεν κυκλοφόρησαν ποτέ σε έναν ζωντανό δίσκο, οπότε πρέπει να το κάνουμε».
Μια απορία που είχα από τη στιγμή που είδα το βίντεο του “Desolate City”, του τελευταίου τραγουδιού που κυκλοφόρησαν πριν την διάλυσή τους το 2005, ήταν αν επρόκειτο για ένα αποχαιρετιστήριο άσμα που είχε γραφτεί για να σημάνει το τέλος του συγκροτήματος. Το μόνο που ήξερα τότε ήταν πως αποτελούσε το soundtrack της Νορβηγικής ταινίας “Izaat”, την οποία είδα και μπορώ να πω ότι ήταν αρκετά καλή. Στα 12 χρόνια που μεσολάβησαν μέχρι την επαναδύνδεση η απορία παρέμεινε. Το “Desolate City” γράφτηκε γνωρίζοντας ότι το συγκρότημα διαλυόταν ή ήταν τυχαίο; «Νομίζω ότι ήταν λίγο κατά λάθος, γιατί το τραγούδι γράφτηκε για μια ταινία. Όταν ξέραμε περίπου το θέμα της ταινίας, τότε ο Biff έγραψε τους στίχους. Νομίζω πως είτε το σκεφτόταν είτε όχι όταν το έγραψε, ήταν κάτι σαν αποχαιρετισμός. Αυτό είναι και το συναίσθημα που σου βγάζει το τραγούδι. Έχει συναίσθημα μέσα, παρόλο που γράφτηκε για μια γκανγκστερική ταινία. Αλλά, σίγουρα έχει μέσα αυτό το στοιχείο ότι ήδη διαλυόμαστε.

Και προέκυψε να είναι το πιο δημοφιλές μας τραγούδι. Δεν έδινα καμία σημασία στο Spotify και σε όλες αυτές τις πλατφόρμες streaming για πολλά χρόνια. Οπότε, όταν τελικά άρχισα να χρησιμοποιώ το Spotify είπα: «Ουάου, το Desolate City είναι το πιο δημοφιλές μας τραγούδι», δεν είχα ιδέα. Σίγουρα είναι το highlight της βραδιάς… Όταν το παίζουμε, όλοι συνδέονται με αυτό το συγκεκριμένο τραγούδι…
Η δεκαετία του 1990 ήταν κατά πολλούς ο θάνατος του hard rock και του metal, λόγω του grunge, όμως στη Σκανδιναβία ήταν η χρυσή εποχή της αναβίωσης του rock’n’roll που εμφύσησε το κίνημα του rawk, ή action rock, όπως ονομάστηκε αργότερα. Σημαντικότερα ονόματα ήταν οι Hellacopters, Backyard Babies από τη Σουηδία και οι Turnbonegro με τους Gluecifer από τη Νορβηγία. Με αφορμή το τραγούδι “1996” από το νέο άλμπουμ ρώτησα τον Καπετάνιο για την εποχή εκείνη και αν του λείπει κάτι από τότε και εκείνος είπε και μια ωραία προσωπική ιστορία για το τραγούδι, που είναι γραμμένο για τον ίδιο!
«Ο Biff έγραψε τους στίχους. Είπε ότι αυτοί οι στίχοι είναι μια ιστορία για μένα. Γιατί όταν γνωρίστηκα με τον Biff, αυτό ήταν γύρω στο 1993, κάπως έτσι ζούσα τη ζωή μου… Πουλούσα μικρές ποσότητες χόρτο και δούλευα σε ένα μαγαζί που πουλούσε μπύρες και αλκοόλ. Ήμουν κάποιος ασήμαντος και προσπαθούσα να βρω το δρόμο μου, με μικροαπατεωνιές… Και νομίζω ότι το βρήκε κάπως αστείο. Ο μόνος λόγος που το ονόμασε “1996” ήταν γιατί ήδη είχαμε ένα τραγούδι με τίτλο “1994” …
«Τι μου έχει λείψει από εκείνη την εποχή… Μάλλον μου λείπει λίγο η αθωότητα… Μας λείπει λίγο το να μη σκέφτεσαι και τόσο πολύ τις συνέπειες. Νομίζω ότι κάπου τότε ήταν που δώσαμε στους εαυτούς μας τον τίτλο “Kings Of Rock”. Νομίζω ότι αν φτιάχναμε τη μπάντα σήμερα, δεν είμαι σίγουρος ότι το “Kings of Rock” θα ήταν το σλόγκαν μας, γιατί ο κόσμος θα νόμιζε ότι είναι χαζό επειδή υπάρχουν τόσες μπάντες που είναι μεγαλύτερες από μας. Αλλά, αυτές είναι από τις εξυπνάδες που βγάζεις όταν είσαι νέος και δεν σκέφτεσαι τι θα πουν οι άλλοι, αυτά που κάναμε ήταν υπερβολικά».
Μετά λοιπόν από πέντε άλμπουμ και μια περίοδο 20 και πλέον χρόνων από τη δισκογραφία σε ποια θέση κατατάσσει το νέο άλμπουμ, “Same Drug New High” στη δισκογραφία των Gluecifer;
«Πριν κυκλοφορήσουμε το “Same Drug, New High”, νομίζω ότι το καλύτερο άλμπουμ που είχαμε κυκλοφορήσει ήταν το “Automatic Thrill”. Αυτή είναι η γνώμη μου, αλλά βρίσκεται εκεί… Νομίζω ότι θα μοιραστεί την πρώτη θέση με το “Automatic Thrill”. Εσένα ποια είναι η γνώμη σου;
-To “Tender Is The Savage” δαγκωτό!







