Δύο μόλις χρόνια μετά το υπέροχο “Magna Mater”, οι Αθηναίοι progsters κυκλοφορούν το πέμπτο full-length τους με τον ασυνήθιστο τίτλο “T”. Ένα δημιούργημα που στιχουργικά ασχολείται με τους ατελείωτους πολέμους που ξεκίνησαν από τους ισχυρούς και καταδυνάστευσαν τους αδύναμους, δανειζόμενο σε κάποια τραγούδια σημεία από ποιήματα των Walt Whitman, Emily Dickinson, Οδυσσέα Ελύτη και Γιάννη Ρίτσου. Αν μη τι άλλο, ένα πολύ δυνατό θέμα το οποίο φυσικά συνοδεύεται για μία ακόμη φορά από άκρως ενδιαφέρουσα μουσική.

Οι Mother Of Millions είναι έτσι κι αλλιώς ένα σχήμα μουσικά ανήσυχο από τη φύση του, κάτι το οποίο επιβεβαιώνεται και εδώ. Τα πλήκτρα που αποτελούσαν κομβικό σημείο στις συνθέσεις τους, πλέον απουσιάζουν ολοκληρωτικά εδώ. Δεν είναι μόνο η λογική άρνησή τους να αντικαταστήσουν τον Μάκη Τσαμκόσογλου που έφυγε αναπάντεχα από τη ζωή το 2019, τώρα όμως αποχώρησε και ο drummer και ιδρυτικό μέλος Γιώργος Μπουκαούρης που είχε αναλάβει μέρος αυτών (τόσο στο studio, όσο και στις συναυλίες) με τη θέση του πίσω από το drum kit να παίρνει ο μόνιμος παραγωγός τους από το “Sigma” και μετά, Έκτορας Τσολάκης.

Από τη μία, το αποτέλεσμα είναι μεν πιο heavy απ’ ότι συνήθως αν πάρουμε για παράδειγμα σημεία των “The Innocent”, “The One” και “The Sun”. Στο τελευταίο μάλιστα, το οποίο έχει και ακραία φωνητικά, θυμίζει μέχρι και τους Gojira. Από την άλλη, είναι συνάμα λυρικό, ατμοσφαιρικό και επικό. Σε αυτό βοηθάνε οι διάφοροι καλεσμένοι που έχουν επιστρατευτεί. Οι Δημήτρης Αναστασίου και Νίκος Μήλας στο βιολί καθώς και οι Αντωνία Μαυρονικόλα, Σοφία Καμηνά και Αιμιλία Παπαθεοχάρη στα χορωδιακά φωνητικά έχουν αφήσει στο στίγμα τους σχεδόν σε κάθε σύνθεση του album ενώ περιορισμένη εμφάνιση κάνει και ο κιθαρίστας των θεών Need, Γιώργος “Ravaya” Τζαβάρας, σε απαγγελίες.

Συνολικά αν το δούμε, το “T” μπορεί να φέρει στο μυαλό του ακροατή τις μελωδίες και την ατμόσφαιρα του “Sigma” αλλά δεν παύει να διατηρεί και την πιο heavy πλευρά που εισήγαγαν με το “Magna Mater”. Ένα album που ναι μεν έχει στοιχεία από την προϊστορία του συγκροτήματος, διατηρώντας τον πυρήνα του χαρακτηριστικού ήχου τους, εισάγει όμως και καινούρια, συμβάλλοντας στην διαρκή ανάγκη τους για εξέλιξη. Δε νομίζω ότι χρειάζεται να ζητήσουμε κάτι περισσότερο από ένα από τα πλέον ιδιαίτερα και ποιοτικά σχήματα της χώρας μας. Για μία ακόμη φορά παρέδωσαν έναν δίσκο υψηλής ποιότητας. Rise, Evolve!