Ζούμε σε εποχές όπου με γοργούς και σταθερούς ρυθμούς αποδομείται κάθε είδους φυσικού προϊόντος με τον κόσμο να στρέφεται ολοένα και περισσότερο σε άυλες συναλλαγές και αγορές. Προφανώς και η τέχνη δεν θα μπορούσε να μείνει ανεπηρέαστη από όλο αυτό και έτσι δεν χρειάζεστε εμένα ή το παρόν κείμενο για να σας υπενθυμίσει ότι οι περισσότεροι εκεί έξω ακούνε μουσική μέσω των διαδικτυακών πλατφόρμων ή βλέπουν ταινίες μέσω streaming. Η έννοια της συλλογής δεν έχει φυσικά εξαφανιστεί αλλά προφανώς και συρρικνώνεται ή αν προτιμάτε συντηρείται από μία πιστή ομάδα…επίμονων ηλικιωμένων. Προσωπικά, στο μυαλό μου είναι (είμαστε) οι υποστηρικτές της πίστης αν και οφείλω να παραδεχτώ ότι αυτό ακούγεται κάτι ανάμεσα σε Priest και Manowar.

Σε όλη αυτή την τρέλα της σύγχρονης εποχής όπου τα πάντα τρέχουν με ιλιγγιώδεις ρυθμούς, το μυαλό αδυνατεί να επεξεργαστεί τον καταιγισμό της πληροφορίας και η ικανότητα συγκέντρωσης αποτελεί πλέον προνόμιο λίγων, πέφτουμε πάνω σε ένα παράδοξο το οποίο θα έλεγα ότι αποτελεί και εξαίρεση σε παγκόσμια κλίμακα. Αναφέρομαι στην παρουσία των δισκάδικων του κέντρου που αντιστέκονται αλλά και…στέκονται σαν φωτεινοί φάροι θυμίζοντας μας άλλες εποχές. Σίγουρα δεν μπορούν να ξαναέρθουν οι μέρες του Rock City, του Happening, του Δισκάδικου της Αθηνάς, της Παλόμα, του Jazz Rock και τόσων άλλων. Άλλος κόσμος, άλλες εποχές που φαντάζουν πλέον τόσο μακρινές για όλους μας. Ωστόσο, το γεγονός και μόνο ότι σήμερα στο κέντρο της Αθήνας, σε ακτίνα μικρότερη του ενός χιλιομέτρου (κυριολεκτικά), λειτουργούν ούτε ένα, ούτε δύο αλλά 7 (ολογράφως, επτά) δισκάδικα τα οποία είναι και απολύτως ενημερωμένα είναι ένα μικρό θαύμα! Και μιλάμε για δισκάδικα που ειδικεύονται στον hard & heavy ήχο…με μία εξαίρεση. Έτσι έχουμε τα No Remorse, Metal Era, Reload, Music Corner, Bowel of Noise, Le Disque Noir και Eat Metal ενώ υπάρχουν και άλλα πιο εναλλακτικά δισκάδικα στην περιοχή των Εξαρχείων. Και φυσικά δεν υπολογίζουμε το Sirens Records που έκλεισε σχετικά πρόσφατα λόγω της απώλειας του αγαπημένου μας Σκύλου.

Κόντρα στο ρεύμα της εποχής, λοιπόν, υπάρχει ακόμη σφυγμός από το αγοραστικό κοινό το οποίο συνεχίζει και στηρίζει (και πολύ καλά κάνει) τις επιχειρήσεις εκείνες οι οποίες και αυτές δίνουν το δικό τους αγώνα. Μία βόλτα το Σάββατο πρωί πέραν του ότι αποτελεί ιεροτελεστία δεκαετιών για ορισμένους από εμάς, σου δίνει τη δυνατότητα όχι μόνο να εμπλουτίσεις τη συλλογή σου αλλά και να συναντήσεις παλιούς φίλους και οικίες φυσιογνωμίες. Μπορεί με τους περισσότερους από αυτούς να μη γνωρίζεσαι προσωπικά αλλά…γνωρίζεσαι φατσικά και είναι σα να τους ξέρεις από χρόνια. Είναι μία ιδιαιτερότητα αυτής της ιεροτελεστίας. Και μπορεί όπως είπαμε να μην υπάρχει ο παλμός και η μαζική…εξόρμηση της δεκαετίας του 80 και του 90 αλλά είμαστε ακόμη εδώ. Οι επιχειρήσεις έχουν, φυσικά, προσαρμοστεί, και έτσι δεν υπάρχει πλέον η πολυτέλεια του στοκ με αποτέλεσμα να επικρατεί ο άγραφος νόμος του “buy now or cry later”. Άσε που πολλές φορές, η εύρεση ενός δίσκου αποκτά χαρακτήρα αναζήτησης θησαυρού καθώς οι εταιρείες διανομής προμηθεύουν συχνά με το σταγονόμετρο τα μαγαζιά. Αλλά αυτή είναι μία άλλη κουβέντα που θα κάνουμε μίαν άλλη φορά.

Κλείνοντας, θυμάμαι την εξής συνομιλία με έναν μακρινό ανιψιό μου που ζούσε στη Βοστώνη. Τον συναντάω στον Ταΰγετο σε μία οικογενειακή συνάθροιση και πάει η κουβέντα στη μουσική. Ο ανιψιός μου ήταν τότε 17 χρονών και η αγαπημένη του μπάντα ήταν οι Aerosmith. Αφού αναλύσαμε το φαινόμενο Aerosmith και είπε ο καθένας ποια είναι τα αγαπημένα του albums, μου κάνει περιχαρής ότι τα έχει όλα…στον σκληρό δίσκο του υπολογιστή του (δεν υπήρχε ακόμη spotify). Πριν από λίγες μέρες, η μητέρα του με πήρε τηλέφωνο μεταφέροντας μου το εξής μήνυμα από τον ανιψιό μου: «πες στο Σάκη ότι αγόρασα όλους τους δίσκους των Aerosmith σε CD»! Ο εν λόγω ανιψιός μου είναι τώρα 35 χρόνων…

Σάκης Νίκας