Υπάρχουν συγκροτήματα που μένουν σταθερά σε ένα συγκεκριμένο μουσικό ύφος και στυλ. Υπάρχουν και αυτά που κάθε λίγο θέλουν να δοκιμάζουν κάτι διαφορετικό. Στη μουσική που αγαπάμε, αποθεώνουμε και συνάμα θάβουμε περιπτώσεις και από τις δύο κατηγορίες. Τις περισσότερες φορές, η αντίδρασή μας έχει να κάνει με το αποτέλεσμα και όχι για τον αν έμειναν πιστοί ή όχι σε ένα μονοπάτι. Εκτός αν παίζεις black metal, του οποίου οι βαμμένοι οπαδοί δεν βλέπουν με καλό μάτι τις μεγάλες αλλαγές.
Κάτι τέτοιο βίωσαν και εξακολουθούν να βιώνουν οι Satyricon, των οποίων τα τρία πρώτα albums αποτελούν κειμήλια για τον black ήχο. Κοινά χαρακτηριστικά τα μεγάλα σε διάρκεια τραγούδια, οι καθηλωτικές ατμόσφαιρες, οι riff-άρες και οι κραυγές του Satyr, το καταιγιστικό drumming του Frost, οι έξυπνες folk επιρροές και αρκετοί στίχοι στα νορβηγικά για να συμπληρωθεί το παζλ. Κάπως έτσι φτιάχτηκαν τα “Dark Medieval Times” (1993), “The Shadowthrone” (1994) και “Nemesis Divina” (1996), για τα οποία υπάρχει καθολική αποδοχή. Ειδικά το τελευταίο αποτελεί ένα από τα κορυφαία albums στην ιστορία αυτού του ήχου και το “Mother North” (που ήταν και το πρώτο τους video clip) ένα από τα πλέον θρυλικά και αναγνωρίσιμα black τραγούδια που έχουν δημιουργηθεί ποτέ.
Και αφού μέσα σε τρία χρόνια δισκογραφικής παρουσίας άφησαν ένα παντοτινό αποτύπωμα σε αυτό το στυλ, είπαν να δοκιμάσουν κάτι διαφορετικό. Δύο EPs έδειξαν το δρόμο μέχρι να έρθει το “Rebel Extravaganza” (1999) στο οποίο τους είδαμε αλλαγμένους μεν, όχι όμως τόσο αποστασιοποιημένους από το black metal. Τα βασικά στοιχεία ήταν εκεί, η όλη αισθητική και ηχητική κατεύθυνση όμως είχε έντονες industrial αναφορές. Δύσκολο album το οποίο διαρκεί μία ώρα ενώ έχει μόλις εφτά τραγούδια και τρία σύντομα instrumentals. Λογικό να αντιμετωπιστεί με καχυποψία, ειδικά μετά το αξεπέραστο “Nemesis Divina”, το ίδιο το συγκρότημα όμως ένιωθε πως έπρεπε να ακολουθήσει μια διαφορετική πορεία. Έβλεπε το black metal να γίνεται όλο και πιο μελωδικό, να αναμειγνύεται με gothic αισθητική, οπότε ήθελε να δημιουργήσει κάτι πιο ψυχρό και επιθετικό. Μέσα στα χρόνια βέβαια πήρε το status που του άξιζε και επηρέασε σε πολύ μεγάλο βαθμό το industrial και το avant-garde black metal.
Και κάπου εκεί έρχεται άλλη μία μεγάλη αλλαγή. Οι Νορβηγοί υπογράφουν με την EMI/Capitol (τεράστιο επίτευγμα για extreme συγκρότημα) και με το “Volcano” (2002) απομακρύνονται ακόμα περισσότερο από τις ρίζες τους. Θες πες το blackened heavy metal, θες πες το black ‘n’ roll, το σίγουρο είναι ότι πολύς κόσμος τους έριξε οριστικό άκυρο ενώ ακόμα περισσότερος άρχισε να τους ακούει. Το “Fuel For Hatred” γίνεται αυτό που λέμε instant classic και τους δίνει εκτενές air play, κερδίζουν Grammy στη χώρα τους και δύο χρόνια μετά πετυχαίνουν μεγάλη διαφήμιση και διανομή στην Αμερική με την eatURmusic, ένα sub-label της Columbia που ίδρυσε ο Daron Malakian των System Of A Down. Λογικό επόμενο να ακολουθήσουν στο ίδιο στυλ τα “Now, Diabolical” (με το υπερ-επιτυχημένο “K.I.N.G.”) το 2006 και “The Age Of Nero” το 2008. Η συνθετική κάμψη θα έρθει αναμενόμενα με το ομώνυμο “Satyricon” το 2013, το οποίο ήταν αρκετά αδύναμο και πειραματικό. Κατάφερε όμως να αφήσει ένα από τα πλέον ιδιαίτερα τραγούδια της ιστορίας τους, το “Phoenix”, στο οποίο τραγουδάει αποκλειστικά με καθαρά φωνητικά ο Sivert Høyem των Madrugada.
Οι Satyricon όμως δεν είχαν πει την τελευταία τους λέξη και ευτυχώς ήρθε το “Deep Calleth Upon Deep” (2017), το οποίο προσωπικά θεωρώ την πιο ώριμη, την πιο ολοκληρωμένη και γενικά την καλύτερη δουλειά τους την τρέχουσα χιλιετία. Όλες οι προηγούμενες είχαν μέσα πολύ καλές συνθέσεις (άλλες περισσότερο, άλλες λιγότερο), όμως η συγκεκριμένη ήταν απόλυτα ισορροπημένη από την αρχή ως το τέλος. Για να επανέλθουμε όμως στον τίτλο του κειμένου σχετικά με τον πειραματισμό, το 2013 έδωσαν μια συναυλία στην Όπερα του Όσλο με τη συνοδεία της Εθνικής Χορωδίας της Νορβηγίας. Το οπτικοακουστικό αποτέλεσμα αποτυπώθηκε στο “Live At The Opera” (2015) ενώ το 2022 το Munch Museum, αφιερωμένο στο Edvard Munch (του οποίου έργο κοσμεί το τελευταίο τους album), τους ζήτησε να συνεργαστούν σε μία έκθεση που θα περιλάμβανε πίνακες του Νορβηγού ζωγράφου σε συνδυασμό με ένα ακουστικό μέρος το οποίο θα συνέθετε το συγκρότημα. Η έκθεση κράτησε πέντε μήνες και το ηχητικό μέρος διάρκειας σχεδόν μίας ώρας κυκλοφόρησε την ίδια χρονιά υπό τον τίτλο “Satyricon & Munch”, το οποίο περιλάμβανε καινούρια και ανεξερεύνητα ηχοτόπια για τη μπάντα. Φαίνεται μάλιστα να έχει επηρεάσει και τη δημιουργία του επόμενου full-length τους, το οποίο και ελπίζουμε να κυκλοφορήσει σύντομα καθώς μετράμε ήδη εννιά χρόνια από το τελευταίο και πάμε για το δέκατο, μία πρωτοφανής καθυστέρηση για τα δικά τους δεδομένα.
Συνεχίζοντας όμως από την εισαγωγή, μπορείς να πειραματιστείς και να βγάλεις εντυπωσιακό ή απογοητευτικό αποτέλεσμα. Μπορείς και να κυκλοφορείς το ίδιο album συνέχεια απλά με διαφορετικό εξώφυλλο και τίτλους τραγουδιών, πότε με τρομερή ποιότητα και πότε με μέτρια ή κακή. Οι Satyricon για κάποιους ξεπουλήθηκαν και πρόδωσαν τον black metal ήχο. Το σίγουρο όμως είναι ότι ποτέ δεν επαναπαύθηκαν, έχουν αφήσει το δικό τους στίγμα στον ευρύτερο ακραίο χώρο και στην 35ετή πορεία τους έχουν συνθέσει εξαιρετική μουσική, άσχετα με το ποια ταμπέλα έμπαινε πάνω τους τη συγκεκριμένη περίοδο.
Γιώργος Τερζάκης
Οι Satyricon επιστρέφουν στην Αθήνα την Παρασκευή 18 Σεπτεμβρίου στο Floyd Live Music Venue






