10 χρόνια δισκογραφικής αποχής θα μπορούσαν άνετα όχι μόνο να αδρανοποιήσουν ένα σχήμα αλλά να το διαλύσουν κιόλας. Αυτό βέβαια φαίνεται να μην ισχύει στην περίπτωση των κλασικών συγκροτημάτων της μουσικής μας, τα οποία φρόντισαν να χτίσουν έναν κατάλογο από διαχρονικά τραγούδια και albums και έτσι έχουν τη δυνατότητα να περιοδεύουν τον κόσμο με κάθε ευκαιρία, αποφεύγοντας την συχνή κυκλοφορία νέου υλικού, κυρίως γιατί το βλέπουν (ιδιαίτερα τα Αμερικάνικα συγκροτήματα) ως οριακά μία εμπορική αποτυχία ή μία σύγκριση με το ένδοξο παρελθόν που έχει εξ αρχής νικητή. Κατά τα άλλα, με τις πιο εκτεταμένες περιοδείες ή τις επιλεκτικές ή ειδικές εμφανίσεις, προσπαθούν να «μικρύνουν» το συγκεκριμένο κενό.

Όλα τα παραπάνω ισχύουν και στην περίπτωση των Anthrax γιατί η κυκλοφορία του For All Kings πριν 10 χρόνια παραείναι μακριά από την εποχή μας. Παρόλο την κρίση της πανδημίας, οι Anthrax έχουν να μας επιδείξουν 4 studio albums στη νέα χιλιετία που μετράει ήδη 26 χρόνια. Όχι και ιδιαίτερα δημιουργικοί θα λέγαμε.

To Cursum Perficio συνεχίζει εν πολλοίς αυτό που παίζουν οι Anthrax από την επιστροφή του Joey Belladonna και την προσθήκη του Jonathan Donais. Έχοντας κατασταλάξει με συγκεκριμένο παραγωγό (Jay Ruston) και γνωρίζοντας πια το στυλ που συνθέτουν, δημιούργησαν ένα album πολλών επιπέδων που χρειάζεται αρκετές ακροάσεις για να μπορέσετε να καταλάβετε το μήνυμά του. Και σίγουρα μέσα στις ακροάσεις του θα σας δώσουν και αρκετά χαμόγελα γιατί θα βρείτε σωστά τοποθετημένα, στοιχεία από όλη τους τη δισκογραφία. Κατά τα άλλα, η σταθερή τριάδα των Ian, Bello & Benante για άλλη μια φορά παραδίδει σεμινάρια στιβαρού παιξίματος, ο Donais ουσιαστικός στο ρόλο του και ένας Belladonna από άλλον πλανήτη, σαν να μην έχουν περάσει 40+ χρόνια από τότε που τον ακούσαμε πρώτη φορά. Μαζί με όλα αυτά, ένας σεμιναριακός ήχος που προσθέτει περισσότερο όγκο στο ήδη υπάρχον σύνολο.

Αν έπρεπε να βρούμε κάτι, όχι απαραίτητα αρνητικό αλλά ίσως όχι ταιριαστό με την εικόνα των Αμερικάνων, είναι το εξώφυλλο. Σε όποια περίπτωση, υποδεχόμαστε με χαρά τους Νεοϋορκέζους, απολαμβάνοντας ένα album ταυτότητας και συνθετικής ωριμότητας που μας απασχολεί ήδη αρκετά.