Όταν μαθαίνεις από τους φίλους σου που πάνε για κάγκελο ότι οι πρώτοι τρελαμένοι είχαν έρθει απ’ τις 7 το πρωί και έφτιαξαν μέχρι και σύστημα με νούμερα για σειρά προτεραιότητας καταλαβαίνεις ότι κάτι μεγάλο πρόκειται να συμβεί. Πολύ λογικό αφού οι Three Days Grace μαζί με τους Black Veil Brides είναι δύο απ’ τις πιο γνωστές μπάντες στον rock ήχο που δεν έχουν εμφανιστεί μέχρι σήμερα στη χώρα μας. Το Release Athens festival πήρε την πρωτοβουλία να τους φέρει, μια επιλογή που τους δικαίωσε και γέμισε άνετα με κόσμο την πλατεία Νερού.

Οι Overgrown ήταν αυτοί που ανέλαβαν να ανοίξουν το φεστιβάλ και, παρά το γεγονός ότι ανέβηκαν στη σκηνή κάτω από έναν αδυσώπητο ήλιο και θερμοκρασίες που έκαναν την παραμονή μπροστά στη σκηνή πραγματική δοκιμασία, δεν άφησαν τις συνθήκες να επηρεάσουν ούτε στο ελάχιστο την εμφάνισή τους. Από τα πρώτα λεπτά ήταν εμφανές πως το κοινό είχε έρθει προετοιμασμένο να τους υποδεχτεί, ανταποκρινόμενο με ενθουσιασμό σε κάθε τραγούδι, ενώ η μπάντα ανταπέδωσε με μια γεμάτη ένταση αλλά και συναίσθημα εμφάνιση. Ο ατμοσφαιρικός χαρακτήρας των συνθέσεών τους, οι βαριές κιθάρες και οι διαρκείς εναλλαγές ανάμεσα σε μελωδικά περάσματα και εκρηκτικά ξεσπάσματα δημιούργησαν το ιδανικό ξεκίνημα για τη συνέχεια της ημέρας.

Το “Mistake” ήταν από τις στιγμές που ξεχώρισαν, με το χαρακτηριστικό του χτίσιμο και την κορύφωση να αποτυπώνουν ιδανικά τη φιλοσοφία του συγκροτήματος, ενώ το ολοκαίνουργιο “Blind” απέδειξε πως η μπάντα συνεχίζει να εξελίσσει τον ήχο της χωρίς να χάνει την ταυτότητά της. Τα screams του δεύτερου κιθαρίστα είναι κάτι που σίγουρα θα θέλαμε να ακούσουμε παραπάνω και ελπίζω να γίνει στις μελλοντικές συνθέσεις τους. Σε μια εποχή όπου λίγοι νέοι καλλιτέχνες τολμούν να κινηθούν στον χώρο του grunge και του alternative metal, οι Overgrown καταφέρνουν να επαναφέρουν αυτή την αισθητική με έναν τρόπο που μοιάζει φρέσκος και σύγχρονος. Οι επιρροές από τους Deftones είναι αναμφισβήτητες, ιδιαίτερα στον τρόπο που συνυπάρχουν η ατμόσφαιρα, οι βαριές κιθάρες και οι εύθραυστες μελωδίες, όμως δεν περιορίζονται σε μια απλή αναπαραγωγή του γνώριμου ήχου των αρχών της δεκαετίας του 2000. Αντίθετα, αξιοποιούν αυτές τις αναφορές ως βάση για να διαμορφώσουν τη δική τους μουσική ταυτότητα, ανανεώνοντας έναν ήχο που πολλοί θεωρούσαν ξεχασμένο.

Αν κρίνει κανείς από τη σημερινή τους εμφάνιση, αλλά και από τη θερμή ανταπόκριση του αθηναϊκού κοινού, οι Overgrown δεν είναι απλώς μία ακόμη ανερχόμενη μπάντα, αλλά ένα συγκρότημα με ξεκάθαρη κατεύθυνση και σημαντικές προοπτικές για τα επόμενα χρόνια.

Μετά τον πιο ατμοσφαιρικό ήχο των Overgrown, η σκυτάλη πέρασε στους Black Veil Brides, οι οποίοι άλλαξαν ολοκληρωτικά το κλίμα, φέρνοντας στη σκηνή τον χαρακτηριστικό τους συνδυασμό melodic metalcore, hard rock και alternative metal. Ντυμένοι εξ ολοκλήρου στα μαύρα, πιστοί στην αισθητική που τους συνοδεύει από την αρχή της καριέρας τους, οι Αμερικανοί εμφανίστηκαν με αυτοπεποίθηση και δεν άργησαν να ξεσηκώσουν το κοινό.

Το “Bleeders” μας έβαλε από νωρίς στο signalong, ενώ τα “Hallelujah” και “Vindicate” κράτησαν αμείωτη την ένταση, με τον Andy Biersack να εναλλάσσει άψογα τα χαρακτηριστικά καθαρά φωνητικά του με πιο σκληρές ερμηνείες όπου το απαιτούσαν οι συνθέσεις. Όντας ένας χαρισματικός frontman έκλεβε κάθε βλέμμα κινούμενος διαρκώς σε όλο το μήκος της σκηνής. Η μπάντα απέδωσε εξαιρετικά, με τις δίδυμες κιθάρες των Jake Pitts και Jinxx να πρωταγωνιστούν, δημιουργώντας αυτόν τον κινηματογραφικό, σχεδόν επικό ήχο που αποτελεί σήμα κατατεθέν των Black Veil Brides. Από τις πιο έντονες στιγμές του set ήταν αναμφίβολα το “Wake Up”, όπου μπροστά στη σκηνή επικράτησε πραγματικό χάος, με το κοινό να ανοίγει pit και να ανταποκρίνεται με ασταμάτητη ενέργεια. Αντίστοιχα, στα “Faithless”, “Legacy” και φυσικά στο “In the End”, που έκλεισε θριαμβευτικά την εμφάνισή τους, εκατοντάδες φωνές ενώθηκαν με εκείνη του Biersack, δημιουργώντας μία από τις πιο δυνατές στιγμές της ημέρας.

Αξίζει να σημειωθεί πως πίσω από τα τύμπανα δεν βρισκόταν ο μόνιμος drummer Christian «CC» Coma, ο οποίος αποχώρησε προσωρινά από το ευρωπαϊκό σκέλος της περιοδείας λόγω ενός προσωπικού ζητήματος. Τη θέση του κάλυψε ο Wade Murff (γνωστός από τη συνεργασία του με τους Godsmack ως touring drummer), ο οποίος στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, αποδίδοντας με ακρίβεια και δύναμη όλα τα απαιτητικά μέρη του set. Η αθηναϊκή εμφάνιση αποτέλεσε, παράλληλα, τον τελευταίο σταθμό της ευρωπαϊκής τους περιοδείας, κλείνοντας με τον καλύτερο τρόπο έναν επιτυχημένο κύκλο εμφανίσεων και αφήνοντας το ελληνικό κοινό με την αίσθηση ότι οι Black Veil Brides παραμένουν μια μπάντα που, δεκαπέντε και πλέον χρόνια μετά την καθιέρωσή της, συνεχίζει να εξελίσσεται διαρκώς. Ο Andy μας έκανε spoiler για τη χειμερινή τους εμφάνιση στην Αθήνα, μάλλον τον Ιανουάριο (ΣΣ τελικά ανακοινώθηκε επίσημα για 11 Φεβρουαρίου στο Floyd Live Music Venue), που σίγουρα χαροποίησε τους οπαδούς που θα τους απολαύσουν με ολοκληρωμένο setlist.

Μπορεί στους Black Veil Brides να είχες την αίσθηση ότι έβλεπες ήδη τη headliner μπάντα, όμως η εισαγωγή των Three Days Grace, με τη νύχτα πλέον να έχει πέσει και το τεράστιο video wall να βρίσκεται στη διάθεσή τους, μας έκοψε κυριολεκτικά την ανάσα. Η πρώτη τους εμφάνιση στην Ελλάδα συνέπεσε ίσως με την καλύτερη περίοδο της καριέρας τους. Με τον Adam Gontier να έχει επιστρέψει από το 2024 και να μοιράζεται πλέον τα φωνητικά με τον Matt Walst, οι Καναδοί παρουσιάζουν μια νέα δυναμική που δύσκολα συναντάς σε μπάντες με τόσο μεγάλη ιστορία.

Η έναρξη με το “Dominate” έδωσε αμέσως το στίγμα, όμως ήταν στα “Animal I Have Become” και “So Called Life” που η Πλατεία Νερού μετατράπηκε σε μια τεράστια χορωδία. Χιλιάδες κόσμου τραγουδούσαν κάθε λέξη χωρίς την παραμικρή βοήθεια από τη σκηνή, αποδεικνύοντας ότι, παρά την πολυετή απουσία τους από τη χώρα μας, η μουσική τους μεγάλωσε μια ολόκληρη γενιά ακροατών. Αυτό όμως που έκανε τη διαφορά δεν ήταν μόνο οι διαχρονικές επιτυχίες, αλλά ο τρόπος με τον οποίο συνυπήρχαν επί σκηνής οι δύο τραγουδιστές. Ο Adam Gontier παρέμενε ο γνώριμος, καθηλωτικός frontman με τη χαρακτηριστική χροιά που σημάδεψε τα πρώτα χρόνια της μπάντας, ενώ ο Matt Walst, ασταμάτητος και γεμάτος ενέργεια, δεν έμεινε ούτε στιγμή ακίνητος, καλύπτοντας κάθε εκατοστό της σκηνής. Στο “Riot”, μάλιστα, κατέβηκε κάτω, τραγουδώντας αγκαλιά με τους θεατές της πρώτης σειράς, σε μία από τις πιο δυνατές στιγμές ολόκληρης της βραδιάς. Η χημεία τους ήταν υποδειγματική, χωρίς ίχνος ανταγωνισμού, αλλά με εμφανή διάθεση να συμπληρώνει ο ένας τον άλλον, δίνοντας στα παλιά και τα νέα τραγούδια μια διαφορετική διάσταση.

Ξεχωριστή στιγμή αποτέλεσε και το ακουστικό μέρος της συναυλίας. Η προβολή στο video wall με ένα δάσος τη νύχτα και τους μουσικούς μαζεμένους στο κέντρο της σκηνής σαν να υπάρχει μια φωτιά ανάμεσα τους, παρέπεμπαν ευθέως στα πρώτα χρόνια του συγκροτήματος, όταν ως Groundswell έπαιζαν σε αυλές και μικρές συγκεντρώσεις στη γενέτειρά τους, το μικρό Norwood του Ontario. Νωρίτερα ο Adam προλόγισε το “Don’t Wanna Go Home Tonight”, εξηγώντας ότι το τραγούδι γεννήθηκε μέσα από τις αναμνήσεις της παιδικής και εφηβικής τους ηλικίας, ενώ πίσω τους προβάλλονταν αυθεντικές φωτογραφίες από εκείνα τα χρόνια, αλλά και από τα πρώτα βήματα της μπάντας. Ήταν μια συγκινητική στιγμή που έφερε τους Three Days Grace πιο κοντά στο κοινό, θυμίζοντας ότι, πίσω από τις πλατινένιες πωλήσεις και τις αμέτρητες επιτυχίες, εξακολουθούν να είναι η παρέα παιδιών από μια μικρή καναδική πόλη που ξεκίνησε να παίζει μουσική επειδή δεν υπήρχαν πολλές άλλες επιλογές.

Το δεύτερο μισό της εμφάνισης ανέβασε ξανά τους παλμούς με το “Mayday”, το “Painkiller” που κατάφερε να ανοίξει το μεγαλύτερο pit της βραδιάς και φυσικά το καθηλωτικό φινάλε με τα “Never Too Late” και “Riot”. Ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν και τα τραγούδια του πρόσφατου άλμπουμ “Alienation”, μια απ’ τις καλύτερες rock κυκλοφορίες του 2025, τα οποία όχι μόνο δεν υστέρησαν δίπλα στα κλασικά τους κομμάτια, αλλά έδεσαν απόλυτα με το υπόλοιπο set, δείχνοντας πως η μπάντα δεν βασίζεται αποκλειστικά στη νοσταλγία. Την ίδια στιγμή, ο Barry Stock, με το χαρακτηριστικό πλατύ καπέλο και το τεράστιο μούσι να καλύπτει σχεδόν ολόκληρο το πρόσωπό του, στεκόταν αγέρωχος στην άκρη της σκηνής, χαρίζοντας τα βαριά riffs με τη γνωστή του σταθερότητα.

Οι Three Days Grace απέδειξαν πως το σημερινό τους σχήμα δεν αποτελεί απλώς μια επανένωση, αλλά μια πραγματική αναγέννηση. Με δύο εξαιρετικούς frontmen, μια από τις καλύτερες πρόσφατες κυκλοφορίες τους και μια μπάντα που δείχνει πιο δεμένη από ποτέ, δύσκολα θα μπορούσε κανείς να φανταστεί καλύτερη χρονική στιγμή για να τους δει ζωντανά για πρώτη φορά στην Ελλάδα.

Setlist: Dominate / Animal I Have Become / So Called Life / Break / I Am Machine / Pain / The Mountain / Kill Me Fast / I Hate Everything About You / Apologies / Time of Dying / Don’t Wanna Go Home Tonight / Lost in You / Chalk Outline / Lifetime / World So Cold / Just Like You / Mayday / The Good Life / Painkiller / Never Too Late / Riot

Νίκος Δρακόπουλος

Φωτο Γιάννης Δόλας