Το Release Athens πιστό στους metalhead οπαδούς του έκανε για μια ακόμα χρονιά την έκπληξη φέρνοντας τους τρισμέγιστους Pantera για πρώτη φορά στην Αθήνα. Μια από τις επιδραστικότερες μπάντες των 90s που έχουν γράψει την δική τους ιστορία στον αμερικάνικο metal ήχο. Και δεν φτάνει μια πρωτιά στη συγκεκριμένη μέρα του φεστιβάλ. Οι Trivium θα βρεθούν και αυτοί στην παρθενική τους εμφάνιση στη πόλη μας έχοντας ήδη συμπληρώσει μια μοναδική 25ετή πορεία.

Οι Pantera δημιουργήθηκαν το 1981 στο Τέξας. Πίσω από την ίδρυση βρίσκονταν τα αδέλφια Abbott, ο ντράμερ Vinnie Paul και ο κιθαρίστας Dimebag Darrell. Στα πρώτα τους βήματα, η μπάντα είχε τελείως διαφορετικό ήχο σε σχέση με αυτόν που τους έκανε γνωστούς αργότερα. Έπαιζαν glam metal, επηρεασμένοι από τη σκηνή της δεκαετίας του ’80, με πιο εμπορικό ύφος και έντονη στυλιστικά εικόνα. Κυκλοφόρησαν μάλιστα τέσσερα άλμπουμ εκείνη την περίοδο, τα οποία σήμερα σπάνια αναφέρονται.

Η μεγάλη αλλαγή ήρθε στα τέλη της δεκαετίας του ’80, όταν προστέθηκε στη μπάντα ο Phil Anselmo στα φωνητικά. Με αυτή τη σύνθεση άρχισε να διαμορφώνεται ο ήχος που θα τους καθόριζε. Πιο βαρύς, πιο επιθετικός, με σαφή απομάκρυνση από το glam. Το 1990 κυκλοφόρησαν το “Cowboys from Hell”, έναν δίσκο που θεωρείται σημείο καμπής. Εκεί για πρώτη φορά ακούγεται καθαρά το ύφος που αργότερα θα καθοριστεί ως groove metal.

Ακολούθησε το “Vulgar Display of Power”, το 1992, ένας από τους πιο επιδραστικούς δίσκους στο χώρο. Τα κομμάτια του έχουν ωμή ενέργεια, έντονο ρυθμό και μια άμεση επιθετικότητα που δεν άφηνε περιθώρια παρερμηνείας. Η μπάντα είχε πλέον βρει την ταυτότητά της και ο μόνος στόχος ήταν να συνεχίσουν σε αυτό το μονοπάτι της επιτυχίας.

Το 1994 κυκλοφόρησε το “Far Beyond Driven”, που έφτασε στο νούμερο 1 των charts στις ΗΠΑ που από μόνο του δείχνει τη δυναμική που είχε αποκτήσει το συγκρότημα. Ο ήχος τους έγινε ακόμα πιο σκληρός, χωρίς όμως να χάσει τη δομή και τη συνοχή του. Οι κιθάρες του Dimebag ήταν καθοριστικές, με χαρακτηριστικά riffs και solo που ξεχώριζαν χωρίς να γίνονται επιδεικτικά.

Στα επόμενα χρόνια κυκλοφόρησαν το “The Great Southern Trendkill” (1996) και το “Reinventing the Steel” (2000). Η μπάντα συνέχισε να κινείται στο ίδιο ύφος, αν και οι εσωτερικές εντάσεις άρχισαν να γίνονται πιο εμφανείς. Η σχέση μεταξύ των μελών, ιδιαίτερα ανάμεσα στον Anselmo και τα αδέλφια Abbott, είχε αρχίσει να διαλύεται. Οι διαφορετικές κατευθύνσεις και τα προσωπικά προβλήματα οδήγησαν τελικά στη διάλυση της μπάντας το 2003.

Ένα από τα βασικά στοιχεία που ξεχώριζαν τους Pantera ήταν η χημεία τους ως σύνολο. Ο Dimebag Darrell είχε έναν μοναδικό τρόπο να συνδυάζει τεχνική και ωμή ενέργεια. Ο Vinnie Paul έδινε σταθερότητα και δύναμη στα τύμπανα, με groove που στήριζε όλο τον ήχο. Ο Rex Brown στο μπάσο λειτουργούσε διακριτικά αλλά ουσιαστικά, ενώ ο Anselmo έδινε φωνητική ένταση και χαρακτήρα.

Η επιρροή τους στο metal είναι ξεκάθαρη. Σε μια περίοδο που το grunge κυριαρχούσε και το παραδοσιακό metal βρισκόταν σε υποχώρηση, οι Pantera κατάφεραν να κρατήσουν τον σκληρό ήχο ζωντανό, φέρνοντας νέους οπαδούς στο είδος. Πολλές μπάντες που ακολούθησαν δανείστηκαν στοιχεία από το ύφος τους, ιδιαίτερα στο ρυθμικό παίξιμο και τη δομή των τραγουδιών.

Όσον αφορά τις ζωντανές εμφανίσεις τους εκεί είναι που τα πράγματα ξέφευγαν τελείως με τα moshpit να καταλήγουν σε πεδίο μάχης και τα μέλη, με τον Anselmo να ξεχωρίζει, να αφήνουν κάθε βράδυ τη μέση τους επί σκηνής απ’ το headbanging. Οι βιντεοκασέτες που κυκλοφόρησαν οι ίδιοι απ’ τις περιοδείες τους αποτυπώνουν την τρέλα που επικρατούσε πάνω και πίσω απ’ τη σκηνή, με το αλκοόλ να ρέει άφθονο και τις καφρίλες μεταξύ των μελών να πλησιάζουν τις ταινίες American Pie. Την απόλυτη δόση παράνοιας μπορείτε να πάρετε απ’ το “3 vulgar Videos from Hell” που υπάρχει διαθέσιμο στο YouTube, όπως και οι υπόλοιπες VHS κυκλοφορίες τους.

Ένα από τα πιο τραγικά κεφάλαια στην ιστορία της μπάντας είναι ο θάνατος του Dimebag Darrell. Στις 8 Δεκεμβρίου 2004, ενώ έπαιζε με το νέο του συγκρότημα Damageplan σε συναυλία στο Οχάιο, δέχθηκε επίθεση επί σκηνής από έναν ένοπλο. Ο Dimebag σκοτώθηκε επί τόπου, σε ηλικία 38 ετών. Η επίθεση αυτή συγκλόνισε τη μουσική κοινότητα, καθώς δεν επρόκειτο μόνο για την απώλεια ενός εξαιρετικού κιθαρίστα, αλλά για ένα γεγονός που ανέδειξε τη βία που μπορεί να φτάσει ακόμη και σε χώρους που θεωρούνται ασφαλείς, όπως μια συναυλία. Ο Dimebag είχε τη φήμη ενός ανθρώπου προσιτού, με χιούμορ και αγάπη για αυτό που έκανε. Ο θάνατός του άφησε ένα μεγάλο κενό, όχι μόνο στους φίλους της μπάντας αλλά και σε ολόκληρη τη μουσική σκηνή.

Μετά από χρόνια, τα εναπομείναντα μέλη αποφάσισαν να επαναφέρουν το όνομα των Pantera στη σκηνή, με διαφορετική σύνθεση. Η απόφαση αυτή προκάλεσε συζητήσεις, όμως ταυτόχρονα έδωσε την ευκαιρία σε μια νέα γενιά να ακούσει αυτά τα τραγούδια ζωντανά. Για όσους τους παρακολουθούν εδώ και χρόνια, πρόκειται για μια διαφορετική εμπειρία, με έντονο το στοιχείο της μνήμης.

Οι Trivium, απ’ την αλλη, ανήκουν σε μια νεότερη γενιά metal συγκροτημάτων που κατάφεραν να χτίσουν το όνομά τους χωρίς να ακολουθήσουν πιστά κάποια συγκεκριμένη συνταγή. Σχηματίστηκαν το 1999 στο Ορλάντο της Φλόριντα και κεντρικό πρόσωπο από την αρχή είναι ο Matt Heafy, ο οποίος ανέλαβε φωνητικά και κιθάρα σε πολύ νεαρή ηλικία. Μαζί του βρέθηκαν ο μπασίστας Paolo Gregoletto και ο κιθαρίστας Corey Beaulieu, ενώ πέρυσι παρέλαβα τη θέση στα τύμπανα ο Alex Rüdinger. Η σύνθεση αυτή είναι που έχει διαμορφώσει τον πιο ώριμο ήχο της μπάντας.

Το ντεμπούτο τους, “Ember to Inferno” του 2003, έδειξε από νωρίς τις επιρροές τους από το thrash και το metalcore. Η πραγματική αναγνώριση ήρθε με το “Ascendancy” το 2005, όπου ο δίσκος αυτός τους έβαλε δυναμικά στον χάρτη, συνδυάζοντας επιθετικά φωνητικά με καθαρές μελωδίες και έντονα riffs. Ήταν ένας ήχος που εκείνη την περίοδο βρήκε απήχηση σε ένα ευρύ κοινό, ιδιαίτερα στις νεότερες ηλικίες οπαδών.

Ακολούθησε το “The Crusade” το 2006, όπου η μπάντα κινήθηκε πιο κοντά σε καθαρό thrash metal. Η επιλογή αυτή δίχασε, αλλά έδειξε ότι οι Trivium δεν φοβούνται να αλλάξουν κατεύθυνση. Στα επόμενα χρόνια συνέχισαν να πειραματίζονται, περνώντας από πιο βαριά και σκοτεινά στοιχεία στο “Shogun” μέχρι πιο άμεσες και σύγχρονες παραγωγές όπως το “In Waves”.

Η εξέλιξή τους δεν ήταν πάντα ευθύγραμμη. Κάποιοι δίσκοι τους αντιμετωπίστηκαν με επιφυλάξεις, όμως η μπάντα διατήρησε μια σταθερή παρουσία. Με άλμπουμ όπως το “The Sin and the Sentence” και το “What the Dead Men Say”, κατάφεραν να ισορροπήσουν καλύτερα τα στοιχεία που τους χαρακτηρίζουν: τεχνική, ένταση και μελωδία.

Ένα από τα βασικά στοιχεία των Trivium είναι η προσαρμοστικότητα. Δεν έμειναν κολλημένοι σε έναν ήχο, αλλά προσπάθησαν να εξελίσσονται, κρατώντας όμως μια βασική ταυτότητα. Οι κιθάρες έχουν πάντα κεντρικό ρόλο, με καθαρές επιρροές από το κλασικό metal, ενώ τα φωνητικά εναλλάσσονται ανάμεσα σε harsh και καθαρά μέρη.

Εν αναμονή του νέου τους δίσκου, η παρουσία τους δίπλα στους Pantera, στη Πλατεία Νερού, έχει ενδιαφέρον γιατί δείχνει τη συνέχεια του metal μέσα στις δεκαετίες. Οι Pantera διαμόρφωσαν έναν ήχο που επηρέασε βαθιά τη σκηνή, ενώ οι Trivium ανήκουν σε εκείνους που μεγάλωσαν με αυτές τις επιρροές και τις μετέφεραν σε κάτι πιο σύγχρονο.

Νίκος Δρακόπουλος